Accueil > Term: διάφραγμα
διάφραγμα
(1) Ένα από τα διαμερίσματα όρθια, Κατακόρυφη διαίρεση του πλοίου σε διαμερίσματα και εξυπηρετούν να καθυστερούν την εξάπλωση της διαρροής ή πυρκαγιά. a σταθερού pier (2) ή τοίχου γέμισμα πίσω συνεχής με τη γη.
- Partie du discours : noun
- Secteur d’activité/Domaine : Sécurité incendie
- Catégorie : Prevention et protection
- Company: NFPA
0
Créateur
- Khrysaor
- 100% positive feedback