Accueil > Term: απώλεια
απώλεια
1. Η εξασθένηση, συνήθως εκφρασμένη σε dB, της στάθμης του σήματος σε ένα μέσο επικοινωνίας. 2. Η ισχύς, συνήθως εκφρασμένη σε watt, που καταναλώνεται ή διασκορπίζεται σε ένα κύκλωμα ή εξάρτημα χωρίς να επιτυγχάνεται αποτελεσματική εργασία ή σκοπός, π.χ. θέρμανση (απώλεια υστέρησης) που προκύπτει στον πυρήνα ενός μετασχηματιστή. 3. Στην ασφάλεια υπολογιστών, μια ποσοτική μέτρηση ζημιάς ή στέρησης που προκύπτει από μια επικίνδυνη κατάσταση.
- Partie du discours : noun
- Secteur d’activité/Domaine : Télécommunications
- Catégorie : Télécoms générales
- Company: ATIS
0
Créateur
- ILACHANIS
- 100% positive feedback
(United Kingdom)