Accueil > Term: καταιγίδα
καταιγίδα
1. Ίδια ως τροπικοί. 2. Το ύψος του μια καταιγίδα απότομη αύξηση (ή τον τυφώνα κύματος) πάνω από το κατακόρυφα προβλεπόμενο επίπεδο της θάλασσας.
- Partie du discours : noun
- Secteur d’activité/Domaine : Météo
- Catégorie : Météorologique
- Company: AMS
0
Créateur
- Khrysaor
- 100% positive feedback