Accueil > Term: ανυψωτής
ανυψωτής
1. Μια ουσία ή αντικείμενο που αυξάνει μια χημική δραστηριότητα ή μιας φυσιολογικής διαδικασίας.
2. Μιας ακολουθίας DNA που αυξάνει τη μεταγραφή του γονιδίου ευκαριωτικός όταν είναι τόσο σχετικά με το ίδιο μόριο DNA. γνωστός και ως ενισχυτικό στοιχείο; enhancer ακολουθία.
- Partie du discours : noun
- Secteur d’activité/Domaine : Biotechnologie
- Catégorie : Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Créateur
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)