Accueil > Term: ωοθήκη
ωοθήκη
1. Διευρυμένη βασική μερίδα του στον ύπερο του ένα λουλούδι του φυτού που περιέχει τα υπόθετα.
2. Το όργανο αναπαραγωγής σε θηλυκά ζώα, στην οποία παράγονται αυγά (ωάρια).
- Partie du discours : noun
- Secteur d’activité/Domaine : Biotechnologie
- Catégorie : Genetic engineering
- Organization: FAO
0
Créateur
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)