Accueil > Term: διασποράς
διασποράς
1. Ίδιο με διασκορπισμό, ή, μερικές φορές χρησιμοποιούνται σε αναφέρονται το διάσπαρτο ακτινοβολία. 2. Τη σχετική διασπορά των σημείων σε ένα γράφημα, ιδίως όσον αφορά τη μέση τιμή, ή οποιαδήποτε καμπύλη που χρησιμοποιούνται για να αναπαραστήσουν τα σημεία. Διάγραμμα βλέπε διασποράς, η εξάπλωση.
- Partie du discours : noun
- Secteur d’activité/Domaine : Météo
- Catégorie : Météorologique
- Company: AMS
0
Créateur
- Khrysaor
- 100% positive feedback